eikonoskopionews.blogspot.com

''H EIKONA EINAI TO ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΑΤΙ ΕΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΟΥ AΝΘΡΩΠΟΥ''


E-MAIL:eikonoskopionews@gmail.com



Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Η προέλευση του αποκαλούμενου "Δημοσίου κτήματος" και μερικές σκέψεις.

Γράφει ο Βασίλης Γκάτσος
Για την ενημέρωσή σας αναφέρω ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είναι εκτάσεως 627,4 στεμμάτων, ευρίσκεται στην περιοχή ¨Βερβερόντα¨ του Πορτοχελίου, 500 μέτρα από το κέντρο του οικισμού & είναι εκτός σχεδίου & εκτός ορίων οικισμού. Το ακίνητο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο το 1973 με τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, με σκοπό την κατασκευή αεροδρομίου. Το 1980 περιήλθε στη ΔΕΠΟΣ  Α.Ε. με προοπτική να γίνει  παραθεριστικός οικισμός. Το 2011 περιήλθε στην κυριότητα του  Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε. (ΤΑΙΠΕΔ  Α.Ε).
(Είναι μέρος από την εισήγηση του π.σ. κυρίου Τζανή)

Περιήλθε το 1973 (επί χούντας) στο Δημόσιο με αναγκαστική απαλλοτρίωση, η οποία ως αιτιολόγηση είχε την κατασκευή αεροδρομίου με μεγάλο όφελος για την περιοχή και το κοινωνικό σύνολο. Άρα οι κάτοχοι της έκτασης αυτής, προφανώς πολλοί συμπατριώτες, έδωσαν χωρίς να το θέλουν την περιουσία τους στο Δημόσιο με τιμή που καθορίστηκε από το ίδιο. Αυτό σημαίνει αναγκαστική.
Δεν διευκρινίζεται στην εισήγηση αν επρόκειτο για πολιτικό αεροδρόμιο ή στρατιωτικής χρήσης του ΝΑΤΟ, μιας και τότε ο ορμίσκος του Πορτοχελιού + αεροδρόμιο + ραντάρ στο Μεγαλοβούνι ήταν το σύνολο μιας σημαντικής συμμαχικής βάσης, που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
Το Δημόσιο δεν πραγματοποίησε τον σκοπό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επί 43 χρόνια(!), αλλά μετά σκεπτόταν να φτιάξει εκεί παραθεριστικό οικισμό που δεν ήταν σκοπός της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και σήμερα το πουλάει για κάτι παρόμοιο + αεροδρόμιο.
Ερωτήματα:
Οι παλιοί ιδιοκτήτες είχαν κάθε δικαίωμα τόσα χρόνια να ζητήσουν πίσω την περιουσία τους, αφού δεν φτιάχτηκε ποτέ αεροδρόμιο, ή δεν είχαν αυτό το δικαίωμα*; Πιστεύω ότι η κοινή λογική έδινε το δίκιο με το μέρος τους. Νομικά;

Μήπως το αεροδρόμιο μπαίνει, ώστε να εκπληρούται ο βασικός λόγος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και οι παλιοί ιδιοκτήτες να μην μπορούν να διεκδικήσουν την περιουσία τους;

Αν πουληθεί αλλά δεν φτιαχτεί αεροδρόμιο τι γίνεται;
Δηλαδή το αγοράσει κάποιος, φτιάξει τις τουριστικές εγκαταστάσεις στον χώρο που προβλέπεται, αλλά κάνει άλλα 40 χρόνια να φτιάξει το αεροδρόμιο.

* Μου έρχεται στο μυαλό μια ανάλογη περίπτωση που μας διηγείτο ο αείμνηστος συμπατριώτης και φίλος Παντελής Μήτσου: "Είχαμε έναν ελαιώνα οικογενειακό που δεν θέλαμε να τον πουλήσουμε με τίποτα, εκεί που μετά φτιάχτηκε ο παραθαλάσσιος οικισμός της εταιρείας Μεταλλείων Μποδοσάκη. Έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ της εταιρείας για λόγους κοινωνικού συμφέροντος και ανάπτυξης του τόπου. Έκλεισε η εταιρεία, έγινε μαρμαράδικο, δικός της ο χώρος που για άλλο σκοπό απαλλοτριώθηκε, και τελικά έκλεισε και αυτή. Δεν έπρεπε να μας επιστραφούν τα κτήματα και να επιστρέψουμε το αντίτιμο και με τόκους; Ο σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν να βγάζει μέταλλο η εταιρεία και όχι να καρπούται υπεραξία από τα κτήματά μας. "

Σημείωση: Όλα τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα της Ερμιονίδας ήσαν και είναι επενδύσεις για το κοινό καλό, την πρόοδο, την οικονομία του τόπου κ.λ.π. Γι' αυτό και οι επενδυτές διευκολύνθηκαν με επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές αλλά και παραχώρηση αιγιαλού προς χρήση κ.λ.π., ώστε να πετύχουν οι επενδύσεις τους.
Μία επένδυση είναι πετυχημένη, άρα τελικά για το κοινό καλό, όταν κάνει κανονικά αποσβέσεις και πληρώνει κανονικά τα δάνεια στις Τράπεζες. Όταν δεν πληρώνει ποτέ τα δάνεια και συσσωρεύονται τα χρέη, μοιραία  το συγκρότημα πηγαίνει στην Τράπεζα (η οποία δεν τα απαιτούσε προσβλέποντας στην συνεχώς αυξανόμενη αξία της γης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος) και απ΄ ό,τι είδαμε στην Ερμιονίδα τα περισσότερα ξενοδοχεία αυτή τη μοίρα είχαν και έγιναν ερείπια. Ήταν τελικά επιτυχείς επενδύσεις για το κοινό καλό, για το καλό έστω των τραπεζών, ή αθύρματα σε χέρια "επενδυτών";
Πέραν αυτού ακουγότανε ότι η Ερμιονίδα είναι κορεσμένη περιοχή ως προς τις επενδύσεις για τον τουρισμό. Για το κοινό καλό έγινε για άλλη μια φορά ακόρεστη;
Για λίγο διάστημα, όταν εμφανίστηκαν τα μεγάλα ξενοδοχεία στον τόπο μας, και λόγω του ότι το κόστος για τον ξένο τουρίστα ήταν πάντα πολύ μικρό λόγω ισοτιμιών και διαφοράς εισοδήματος (όπως συμβαίνει σήμερα με τον τουρισμό στην Αίγυπτο για παράδειγμα), δημιουργήθηκε η ελπίδα για καλές αποδοχές και εξέλιξη στον ξενοδοχειακό κλάδο. Πολύ γρήγορα η πραγματικότητα έδειξε ότι και στα πλέον ακριβά ξενοδοχεία, τις αμοιβές τις καθορίζει η αγορά και σήμερα στην Ερμιονίδα κανένας δεν θα πήγαινε να δουλέψει σε ξενοδοχείο αν δεν απέβλεπε στο ευνοϊκό καθεστώς ασφάλισης και επιδότησης που απολαμβάνει τον χειμώνα. Αλλά αυτή η επιδότηση αμέσως είναι προς τον εργαζόμενο, εμμέσως και κυρίως προ το ξενοδοχειακό συγκρότημα για να εξασφαλίζει εργαζόμενους. Γιατί με σκέτες τις αποδοχές του καλοκαιριού, μόνο ευκαιριακοί εργαζόμενοι θα πηγαίνανε να δουλέψουν στα ξενοδοχεία και αυτοί χωρίς κέφι και διάθεση για δουλειά.

Το βέβαιο είναι ότι ο τουρισμός, τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, τα γκολφ, τα εξοχικά, όχι μόνον δεν απογείωσαν την οικονομία του τόπου μας αλλά σήμερα η Ερμιονίδα βιώνει βαθιά κρίση, βαθύτερη και από αυτήν της πρωτεύουσας. Αυτό που βλέπουμε πλέον όλοι καθαρά, είναι το γεγονός ότι η γη άλλαξε αμετακλήτως χέρια, η θάλασσα δεν παράγει τίποτα, νερό δεν έχουμε, αλλά και ντόπιο πληθυσμό που να μένει 12 μήνες στο σπίτι του σε λίγο δεν θα έχουμε.
Και μια και το Δημόσιο πουλάει γη της Ερμιονίδας, πρώην ιδιοκτησία κατοίκων της, για το καλό μας, για το καλό του τόπου μας, γιατί  με τα λεφτά που θα εισπράξει δεν μας φτιάχνει φράγματα, δεν μας φέρνει τον Ανάβαλο, έργα όντως για το καλό μας;

Όλες οι διαβουλεύσεις Δήμων και Περιφερειών είναι συμβουλευτικές και όχι δεσμευτικές. Δημιουργούν όμως κλίμα και προσδοκίες. Όταν λέμε ναι στα γκολφ, ναι στη Μαρίνα Ερμιόνης και Πορτοχελίου, ναι στο αεροδρόμιο, ναι στις αφαλατώσεις, είναι σαν να προσμένουμε από κει σωτηρία.

Μήπως η διακηρυγμένη ισόρροπος ανάπτυξη για τον τόπο μας, μένει λόγος κενός και η επαναφορά  του προτύπου της τουριστικής μονοκαλλιέργειας παρουσιάζεται ως λόγος καινός και σωτήριος;

Β. Γκάτσος