 |
| Και πως είναι η ζωή όταν φεύγει ο πατέρας σου; |
Γράφει ο Μιχάλης Καρατζάς
Μετά από είκοσι
επτά (27) χρόνια στην δικηγορία, ζούσα με την αντίληψη ότι είμαι ικανός να
λειτουργήσω και ειδικά να γράψω και να σκεφτώ, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Κι είναι αλήθεια ότι είχα δοκιμάσει, στην πορεία του χρόνου, αυτήν την
ικανότητά μου, σε πολύ διαφορετικές και συχνά πολύ αντίξοες συνθήκες. Τα είχα
καταφέρει να λειτουργήσω σε στιγμές πολύ μεγάλης πίεσης, σε στιγμές, που
ακολουθούσαν νευρικό κλονισμό, σε στιγμές μεγάλης στεναχώριας και εκνευρισμού. Η ζωή όμως, δεν μου είχε βάλει
ποτέ μέχρι τώρα το πρόβλημα της απώλειας. Και τούτες τις μέρες, ένα χρόνο
περίπου, μετά την απώλεια του πατέρα μου, έφυγε στις 19-09-2016, που ζω χωρίς να βρίσκεται στην ζωή ο πατέρας μου, ο Μανώλης,
ο Καρατζάς, ο ψαράς, δυσκολεύομαι πολύ να ξεκολλήσω τη βελόνα και να βάλω το μυαλό σε άλλη
λειτουργία για να σκεφτεί, να συλλέξει δεδομένα, γνώση, πληροφορίες, νόμους και
να τα επεξεργαστεί. Η αλήθεια είναι ότι έναν ολόκληρο χρόνο, από τότε που έφυγε,
δυσκολεύομαι πολύ. Προσπαθώ και δεν θέλω ειλικρινά με αυτό το κείμενο να
δικαιολογηθώ για οποιαδήποτε αμέλειά μου, ή αν θες και χρονοτριβή. Θέλω να
μοιραστώ, με τους φίλους του, που τον αγαπούσαν πολύ, δημόσια το πρόβλημα, που
έχω από την απουσία του.
Η ιστορία είναι ότι ο
πατέρας μου, που τόσο καλός και χρήσιμος ήταν για εμένα στη ζωή, χειρουργήθηκε
με επιτυχημένη bypass επέμβαση
στις 10-12-2014. Ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα ήταν ανεξάντλητος. Εγώ από τότε ένιωσα
την ανάγκη να περνώ όσο το δυνατόν περισσότερες ποιοτικές στιγμές μαζί του και
κυρίως να «βρεθώ» μαζί του
συναισθηματικά. Με το φόρτο της εργασίας μου, δεν τα κατάφερνα πάντα, αλλά τα βράδια
στο σπίτι μας, κολλημένος πάνω του, τον έβαζα να μου διηγηθεί, όσο το δυνατόν
περισσότερες ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια, από τα ταξίδια του στην Μπαρμπαριά,
από τη ζωή του στη θάλασσα, που τόσο αγαπούσε. Ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τη
θάλασσα. Έφευγε με το καΐκι του και δεν ήταν ένας άνθρωπος, που πήγαινε στην
δουλειά του, για την βιοποριστική του ανάγκη μόνον και να εξασφαλίσει τον επιούσιο.
Πήγαινε στη δουλειά του με χαρά, σαν να διασκέδαζε !!Χαιρόταν μέσα σ’ αυτόν τον
κόσμο της θάλασσας, εκεί, με ένα μπουκάλι νερό και το τσιγάρο του και ένιωθε
τόσο χαρούμενος, τόσο ελεύθερος. Αυτή την
χαρά του, αυτή την ελευθερία του, την έχασε απότομα με την περιπέτεια
της υγείας του. Του στοίχησε! Δύο χρόνια
του έλεγα ότι «σ’ αγαπώ» και δεν συμβιβαζόμουν στην ιδέα ότι θα έφευγε. Ήταν
δυνατός και αυτή η δύναμή του, με έκανε να πιστεύω ότι θα τον είχα μαζί μου για
πολύ ακόμη. Το ήθελα πολύ. Το θέλαμε
όλοι ως οικογένεια πολύ, πιστεύαμε στην δύναμή του.